Μέσα απ’ τις ρωγμές του αστικού τοπίου σε είδα να κοιτάς περίεργα, έντονα σχεδόν εκείνον τον παράξενο κόσμο που ζει πίσω απ’ αυτήν την βρώμικη τζαμαρία της καθημερινότητας.
Έναν κόσμο γιομάτο χώμα, σκόνη και σκοτάδι, χωρίς λιβάδια παραμυθένια ή στεγνά οριοθετημένα οικοδομικά τετράγωνα. Τ’ ομολογώ… Πολλές φορές κόλλησα το αυτί μου σε κάποια απ’ αυτά τα ανοίγματα, το μάτι ή και τα χείλη μου ν’ αναπνεύσω εκείνον τον απόκοσμο αγέρα που μύριζε βροχή, φρέσκα ζαρζαβατικά και χαλκό.
Σ‘ αυτή τη διάσταση λοιπόν του συλλογικού μας παρελθόντος -περί αυτού πρόκειται, μη με κοιτάζεις έκπληκτος- χάθηκα κι έκλαψα ακούγοντας τον Τσιτσάνη να μουρμουρίζει με τη φωνή του Johnny Cash ρεμπέτικους χαβάδες και βλέποντας στρατιές ολάκερες από νεαρές κοπέλες με τα βιβλία τους, νεκρές πια από καιρό, να απαγγέλλουν Βάρναλη και Eliot με τέτοια θέρμη κι ένταση που έγινε φως το λυκόφως της λήθης.
Μικρούς, αμούστακους στρατιώτες, που ξεκουράζονταν σε κάποια πλαγιά μετά από μάχη, αποκαμωμένοι κι απελπισμένοι, σα να μη θυμόταν πια τι σήμαινε η νίκη τους -που μάθαμε αργότερα πως έλαβε χώρα εκεί- χωρίς νου πια για μεσοφόρια και περισυλλογή ρόδων ερωτευμένων.
Φυλάκιζαν κόσμο κάποτε εδώ που περπατάμε. Τούτος ο τοίχος θα είχε ακόμα τις νυχιές τους απ’ την απεγνωσμένη πάλη με το θάνατο αν ήταν ικανός να σου θυμίσει. Αν ήταν ικανός να σε στιγματίσει με το δόγμα των αδικημένων.
Ζούμε εις βάρος κείνων των ψυχών εσύ κι εγώ. Ζούμε και δακρύζουμε καμιά φορά για κείνους που ήσαν σαν εμάς.
Για μας που δεν ορίζουμε πια τίποτα και μόνο νοσταλγούμε.
Και τη συλλογική μας νοσταλγία αυτή, θα την πληρώνουμε ακριβά σε καθέναν που θα μας την πουλάει. Κι όταν για ιερούς σκοπούς κάποιος πολιτευτής θελήσει, θα είναι εκεί τα γράμματα κι αποδείξεις. Θα είναι εκεί για να μας κάνει κοινωνούς του δόγματος που μόλις τον χτύπησε ως πύρινη γλώσσα Άγιου Πνεύματος καυτή.
Θα θελα μόνο τα παλιά δάκρυα να ανήκουνε σ’ εκείνους που τα νοιώθουν.
Κι όταν πουλάτε, πάτε αλλού. Εδώ έχουμε δικά μας…
στα ακουστικά της πανοπλίας: Rusty Cage by Johnny Cash
art@kedralynn







