Δεν είναι που δεν είχε άποψη, μα πάντοτε αφήνονταν στα ρεύματα της λογικής των άλλων.
Μπορεί απ’ το φόβο της σύγκρουσης, ή πάλι από οκνηρία. Ίσως και απαξίωση για την ουσιαστική αξία του περιγύρου του.
Υποχωρούσε στη δουλειά, κι έκανε πάντα ότι έλεγε το αφεντικό του, ή κι ο μοναδικός συνάδελφος που ήταν ένας καιροσκόπος και μισός με αλεπουδίσια μάτια.Υποχωρούσε σπίτι του, στα λόγια της συζύγου, υποχωρούσε στα παιδιά ότι και αν ζητούσαν, χωρίς αντίρηση καμιά, ούτε μια σύσπαση οργής στο μέτωπο του.
Κι έτσι περνούσε μια ζωή, χωρίς όνειρα ύπνου, μόνο στον κήπο του έβγαινε τα μαλακά απογεύματα και φρόντιζε λουλούδια. Χωρίς μια σκέψη όμως, χωρίς στοργή για κείνα.
Ένα πρωί ξυρίζονταν, κοίταξε στον καθρέφτη, όχι όπως κοιτάζονταν συνήθως μόνο με την ένοια μην του ξεφύγουν γένια. Είδε έναν άλλο άνθρωπο, απόμακρο, αδύναμο και άθλιο, που έχασε τη σπίθα του ονείρου απ’ τη ματιά του. Και ξάφνου του ‘ρθαν τα όνειρα. Εικόνες που εξατμίστηκαν στην πάροδο του χρόνου, και άφησε αμαχητί σα γέροντας κρετίνος.
Είχε να νοιώσει δάκρυα να τρέχουν απ’ τα μάτια έτσι καυτά απο πότε; Τότε που θύμωνε εύκολα, κοντά στα δεκαπέντε. Τόσο ήτανε και το παιδί που είδε στον καθρέφτη να του λέει “Ποτέ ξανά Χάρι. Ποτέ ξανα.”
Κι ούτε θα ξαναθυμηθεί ποτέ το ίδιο μεσημέρι, που έσφιξε τα χέρια του σ’ ένα λαιμό ανθρώπου, τον έπνιξε το δίκιο του, είπε μετά στη δίκη, το δίκιο δεκαετιών, σ’ ένα λαιμό δε βγάζεις.
Και τώρα με το νούμερο διακόσια εικοσιένα ραμμένο στο μανίκι του τον ουρανό κοιτάζει, και πρέπει να υποχωρεί, μα είναι μαθημένος. Είναι παλιά η τέχνη αυτή. Είναι παλιό το άλγος.