Ανακάλυψα πως η αίσθηση του κυνηγημένου ζώου που με κατέλαβε ξαφνικά πριν μερικές ημέρες, δεν ήταν κάτι τόσο βασανιστικά ανυπόφορο για τον εαυτό μου.
Αντιθέτως, νομίζω ότι με ξεκούρασε λίγο, φέρνοντας με πιο κοντά σ’ εκείνο το μέρος του εαυτού που συνήθως υπολειτουργεί κατά τη διάρκεια της ημέρας και ενεργοποιείται όταν το υπόλοιπο σώμα κοιμάται, ανίκανο να το ελέγξει ή να το καταπιέσει.
Σ’ αυτή την κατάσταση, που είναι κάπως σαν ψυχικό hangover, ένοιωθα να μην αντέχω την οπτική επαφή με τους άλλους. Είχα επίσης την αόριστη συναίσθηση ότι όλοι γύρω μου παίζουν έναν προσποιητό ρόλο, τον οποίον αποποιούνται το βράδυ στο σπίτι τους, όταν βάζουν πυτζάμες και αγκαλιάζονται με τους παρτενέρ τους, δίχως make up πια, και αναρωτιούνται αν εκείνος που κρατούν στην αγκαλιά τους υποκρίνεται κι αυτός.
Έσκαψα μια τάφρο γύρω μου και κούρνιασα στη μέση του νησιού μου.
Κανείς δεν μπορεί να ζήσει προσπαθώντας μονίμως να μαντέψει την πραγματική υπόσταση των πραγμάτων. Κανείς για πολύ.
Έσκαψα μια τάφρο γύρω μου περιμένοντας τα κύματα μ’ ανοιχτό το στόμα.
Θα ‘ναι ωραία όσο κρατήσει…
